Πολίτες και αστυνομικοί γιουχάισαν την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ.

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Από το Ας μιλήσουμε Επιτέλους
 


Σήμερα η Ελλάδα αποχαιρέτησε άλλα δύο από τα παιδιά της. Δύο νέους που έπεσαν στον βωμό του πολέμου κατά του εγκλήματος. Και ήταν χιλιάδες εκείνοι οι Έλληνες που προσέτρεξαν στον ύστατο αποχαιρετισμό. Κάποιοι ψιθύριζαν «καλή αντάμωση». Κι ενώ τα πρόσωπα των νεκρών ήταν απαθή, στα πρόσωπα των ζωντανών που σκούπιζαν τα μάτια τους, έβλεπες τον πόνο και την οργή να συνταιριάζονται, να συνομιλούν και να υπόσχονται: «Δεν φύγατε άδικα, δεν θα σας ξεχάσουμε και ας μην σας γνωρίσαμε ποτέ».

Ξαφνικά, ο κόσμος άρχισε να μουρμουρίζει δυνατά. Άρχισαν φωνές, βρισιές και η ατμόσφαιρα έγινε πολύ θερμή. Η ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας δεχόταν τις «ευχές» για το έργο που δεν έκανε… Ξέχειλη η οργή έβγαινε από τα στόματα των παρευρισκομένων πολιτών αλλά και αστυνομικών. Κατάρες και βρισιές, μαζί, για εκείνους τους ανώτατους αξιωματικούς που δεν είναι ικανοί να προστατεύσουν τους υφισταμένους τους, για εκείνους τους λακέδες των κομμάτων που δέχονται αδιαμαρτύρητα διαταγές από την κυβέρνηση. Πολύς ο πόνος, μα μεγαλύτερος ο θυμός… Βλέπετε, οι «υπεύθυνοι», οι «γλίτσες», όπως μου είπε ένας αστυνομικός που βρισκόταν δίπλα μου, ποτέ δεν ευθύνονται για όλα εκείνα που δεν έχουν κάνει, παρά μόνο για εκείνα που τους διατάσσουν να κάνουν, ακόμη και εναντίον των πολιτών…

Μία παρέα αστυνομικών από απόσταση παρακολουθούσε και αποχαιρετούσε εκείνους που, ποιος ξέρει, σε λίγες ώρες μπορεί και να τους συναντήσουν. Άλλωστε, αυτά τα παιδιά ξέρουν πως κανείς δεν τα υπολογίζει… Ούτε ακόμη κι εκείνοι που τα στέλνουν καθημερινά στον θάνατο…

Πλησίασα και άρχισα να μιλάω με έναν άνδρα της ομάδας ΔΙ.ΑΣ., ο οποίος έσφιγγε την γροθιά του που έμοιαζε πως ήταν ικανή να σκοτώσει οποιονδήποτε από τους στυγνούς δολοφόνους, έμεινα έκθαμβος όταν τον άκουσα να λέει:

«Πονάμε, αλλά προσπαθούμε να αντέξουμε, να σταθούμε στα πόδια μας και να συνεχίσουμε. Δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Με όλα όσα μας στερούν, με αυτά τα λίγα που μας δίνουν, ακόμη και με τα κορμιά μας, προσπαθούμε να σταθούμε απέναντι στο έγκλημα. Πριν από αυτούς τους συναδέλφους μας, που κηδέψαμε σήμερα, είχαμε αποχαιρετήσει και άλλους… και άλλους. Ξέρουμε πως κάποια μέρα μπορεί να έρθετε όλοι εσείς για να αποχαιρετήσετε εμάς.
Οι σφαίρες των δολοφόνων είναι απλώς το τελικό μέσο με το οποίο μας αντιμετωπίζουν. Ποιοι; Μα, πρώτη η ηγεσία μας κι έπειτα οι πολιτικοί μας προϊστάμενοι, η κυβέρνηση.
Αν νομίζετε ότι μας χτυπούν μόνο σφαίρες, κάνετε λάθος. Καθημερινά, μας εξοντώνουν ηθικά. Δεν είναι ότι μας απογυμνώνουν απέναντι στους εγκληματίες. Πολύ συχνά μας απογυμνώνουν ηθικά, όταν μας δίνουν εντολές να στεκόμαστε απέναντι σε πολίτες και να τους χτυπάμε. Πιστέψτε μας, είναι πολύ χειρότερο να σου στερούν την ηθική σου ύπαρξη, από το να σου στερούν το δικαίωμα να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου… Γιατί, χωρίς ηθική υπόσταση δεν διαφέρουμε από τους εγκληματίες».
Τον χτύπησα στον ώμο, τον κοίταξα στα μάτια. Δεν ήξερα τι να πω… Μπορεί αύριο να συναντηθούμε σε κάποια πορεία διαμαρτυρίας των πολιτών. Το ξέρω ότι θα είναι απέναντί μου… Αλλά, από σήμερα, αυτός ο άνθρωπος, αυτοί οι αστυνομικοί, ξέρουν πολύ καλά ότι εγώ, ο απλός πολίτης, είμαι μαζί τους…

Αναγνώστης